terrorisme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
terrorisme terrorismes

terrorisme (fr) αρσενικό λατ. terreo (=φοβίζω)