tiret

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tiret tirets

tiret (fr) αρσενικό

  1. η παύλα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]