Μετάβαση στο περιεχόμενο

totalité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
totalité totalités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

totalité (fr) θηλυκό