Μετάβαση στο περιεχόμενο

transformateur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
transformateur transformateurs

transformateur (fr) αρσενικό

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό transformateur transformateurs
θηλυκό transformatrice transformatrices

transformateur (fr)