Μετάβαση στο περιεχόμενο

troubadour

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
troubadour troubadours

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

troubadour (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
troubadour troubadours

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

troubadour (fr) αρσενικό