Μετάβαση στο περιεχόμενο

tsunami

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tsunami tsunamis

tsunami (en)

  • το τσουνάμι
    παράδειγμα  The tsunami caused by the earthquake destroyed entire villages.
    Το τσουνάμι που προκλήθηκε από τον σεισμό κατέστρεψε ολόκληρα χωριά.
    παράδειγμα  A tsunami of protests flooded the capital. (μεταφορικά)
    Ένα τσουνάμι διαδηλώσεων κατέκλυσε την πρωτεύουσα.
    συγκρίνετε με το: tidal wave

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • tsunami στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tsunami tsunamis

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tsunami (fr) αρσενικό