turpitude

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
turpitude turpitudes

turpitude (fr) θηλυκό

  1. αισχρότητα
  2. αισχρά γραπτά ή πράξεις ή λόγια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]