uma

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

uma, θηλυκό του um

Άρθρο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
uma umas

uma (pt)