urna

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈurna/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

urna (pl) θηλυκό

  1. η κάλπη ως
    • κουτί με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος του, μέσα στο οποίο ρίχνονται ψηφοδέλτια
    • (αρχαιολογία) αγγείο το οποίο χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχος
  2. η τεφροδόχος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • pójść do urn: πηγαίνω σε εκλογές