vécu

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

vécu (fr)

  1. βιωμένος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vécu (fr) αρσενικό

  1. η εμπειρία
  2. το βίωμα