Μετάβαση στο περιεχόμενο

vécue

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vécue vécues

vécue (fr)