vaccinate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | vaccinate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | vaccinates |
| αόριστος | vaccinated |
| παθητική μετοχή | vaccinated |
| ενεργητική μετοχή | vaccinating |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]vaccinate (en)
- εμβολιάζω
How many days should vaccinated and unvaccinated people remain in isolation?
- Πόσες μέρες πρέπει να παραμένουν εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι σε απομόνωση;