Μετάβαση στο περιεχόμενο

valide

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
valide valides

valide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

valide (tr)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]