Μετάβαση στο περιεχόμενο

verroterie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
verroterie < verrot

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
verroterie verroteries

verroterie (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη verre