Μετάβαση στο περιεχόμενο

viaduct

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
viaduct viaducts

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

viaduct (en)