Μετάβαση στο περιεχόμενο

victimisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
victimisation victimisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

victimisation (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]