voilier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

voilier < une voile

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
voilier voiliers

voilier (fr) αρσενικό

  1. το ιστιοφόρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: voile