vrille

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vrille vrilles

vrille (fr) αρσενικό

  1. το τρυπάνι
  2. η ψαλίδα του κλήματος