ψαλίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ψαλίδα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψαλίδα οι ψαλίδες
      γενική της ψαλίδας των ψαλίδων
    αιτιατική την ψαλίδα τις ψαλίδες
     κλητική ψαλίδα ψαλίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαλίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψαλίδα < αρχαία ελληνική ψαλίς
(μεγάλο ψαλίδι και μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική scissors[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psaˈli.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ψα‐λί‐δα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαλίδα θηλυκό

  1. μεγάλο ψαλίδι
  2. (βοτανική) ο έλικας του αμπελιού κι άλλων αναρριχητικών φυτών
  3. (εντομολογία) η σαρανταποδαρούσα
  4. (εντομολογία) μικρό έντομο που στο πίσω μέρος της κοιλιάς του έχει δύο σκληρές κι αιχμηρές λαβίδες
  5. ασθένεια των τριχών της κεφαλής κατά την οποία οι άκρες τους σχίζονται στα δύο και δεν αναπτύσσονται άλλο
  6. (μεταφορικά) η διαφορά ανάμεσα σε δύο μετρήσιμα μεγέθη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]