έλικας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἕλικας, έλικα, ἕλικα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο έλικας οι έλικες
      γενική του έλικα των ελίκων
    αιτιατική τον έλικα τους έλικες
     κλητική έλικα έλικες
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έλικας < αρχαία ελληνική ἕλικα, αιτιατική ενικού της λέξης ἕλιξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wel- (γυρίζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈε.li.kas/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έλικας αρσενικό

  1. όργανο αεροπλάνου ή πλεούμενου, με ειδικά πτερύγια, που συμβάλλει στην προώθηση του μέσου
  2. (σπάνιο) άλλη μορφή του έλικα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]