περιέλιξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιέλιξη οι περιελίξεις
      γενική της περιέλιξης* των περιελίξεων
    αιτιατική την περιέλιξη τις περιελίξεις
     κλητική περιέλιξη περιελίξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, περιελίξεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιέλιξη < περιέλιξις (< περι- + ἕλιξις) < αρχαία ελληνική περιελίσσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιέλιξη θηλυκό

  1. ελικοειδής περιστροφή ενός μακρόστενου αντικειμένου γύρω από κάτι άλλο
  2. (ειδικότερα) περιστροφή ειδικού μονωμένου σύρματος ώστε να δημιουργηθούν σπείρες
  3. (καταχρηστικά) η μία από τις σπείρες
  4. (συνεκδοχικά) η εργασία για αυτήν την περιστροφή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]