εξελιγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξελιγμένος εξελιγμένη εξελιγμένο
γενική εξελιγμένου εξελιγμένης εξελιγμένου
αιτιατική εξελιγμένο εξελιγμένη εξελιγμένο
κλητική εξελιγμένε εξελιγμένη εξελιγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξελιγμένοι εξελιγμένες εξελιγμένα
γενική εξελιγμένων εξελιγμένων εξελιγμένων
αιτιατική εξελιγμένους εξελιγμένες εξελιγμένα
κλητική εξελιγμένοι εξελιγμένες εξελιγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξελιγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξελίσσω, εξελίσσομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξελιγμένος, -η, -ο

  1. που έχει εξελιχθεί

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]