zénithal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: zenithal

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

zénithal < zénith

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό zénithal zénithaux
θηλυκό zénithale zénithales

zénithal (fr)

  • που προέρχεται από το ζενίθ, που βρίσκεται από πάνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]