écheveau
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| écheveau | écheveaux |
écheveau (fr) αρσενικό
- κουλούρα κλωστής
- (μεταφορικά) μπέρδεμα, λαβύρινθος
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| écheveau | écheveaux |
écheveau (fr) αρσενικό