κουλούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουλούρα κουλούρες
γενική κουλούρας κουλούρων
αιτιατική κουλούρα κουλούρες
κλητική κουλούρα κουλούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουλούρα < αρχαία ελληνική κολλύρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κουλούρα θηλυκό

  1. γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος
  2. ψωμί με στρογγυλό σχήμα
    μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ
  3. σωσίβιο
  4. το μηδέν ως βαθμός
    μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα
  5. ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα
    θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  1. βάζω την κουλούρα: παντρεύομαι ή παντρεύω άλλον

32πχ Μεταφράσεις[]