στεφάνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στεφάνι | στεφάνια |
| γενική | στεφανιού | στεφανιών |
| αιτιατική | στεφάνι | στεφάνια |
| κλητική | στεφάνι | στεφάνια |
[
]
Ετυμολογία
- στεφάνι < αρχαία ελληνική στέφανος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /stɛ.ˈfa.ni/
[
]
Ουσιαστικό
στεφάνι ουδέτερο
- αντικείμενο σε μορφή δακτυλίου που κατασκευάζεται από κλαριά ή μέταλλο, διακοσμείται με άνθη ή μεταλλικά κοσμήματα και δίνεται σε κάποιον να το φορέσει στο κεφάλι ως ένδειξη τιμής, αναγνώρισης, νίκης σε αγώνα κλπ
- παρόμοιο αντικείμενο από κλαδιά και άνθη που φτιάχνουν την Πρωτομαγιά και το κρεμούν στο σπίτι
- παρόμοιο αντικείμενο από άνθη που προσφέρεται προς τιμήν ενός νεκρού στην κηδεία του
- το ένα από τα δύο στέφανα που φορούν οι νυμφευόμενοι κατά την τελετή της στέψης
- ο γάμος ή ο σύζυγος κάποιου-κάποιας
- βάλανε στεφάνι: παντρευτήκανε
- της έβαλε στεφάνι: την παντρεύτηκε