στεφάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στεφάνι στεφάνια
γενική στεφανιού στεφανιών
αιτιατική στεφάνι στεφάνια
κλητική στεφάνι στεφάνια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στεφάνι < αρχαία ελληνική στέφανος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /stɛ.ˈfa.ni/
χριστουγεννιάτικο στεφάνι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

στεφάνι ουδέτερο

  1. αντικείμενο σε μορφή δακτυλίου που κατασκευάζεται από κλαριά ή μέταλλο, διακοσμείται με άνθη ή μεταλλικά κοσμήματα και δίνεται σε κάποιον να το φορέσει στο κεφάλι ως ένδειξη τιμής, αναγνώρισης, νίκης σε αγώνα κλπ
  2. παρόμοιο αντικείμενο από κλαδιά και άνθη που φτιάχνουν την Πρωτομαγιά και το κρεμούν στο σπίτι
  3. παρόμοιο αντικείμενο από άνθη που προσφέρεται προς τιμήν ενός νεκρού στην κηδεία του
  4. το ένα από τα δύο στέφανα που φορούν οι νυμφευόμενοι κατά την τελετή της στέψης
  5. ο γάμος ή ο σύζυγος κάποιου-κάποιας
    • βάλανε στεφάνι: παντρευτήκανε
    • της έβαλε στεφάνι: την παντρεύτηκε

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες