pain

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

pain  (en)

  1. ο πόνος
  2. ένα ενοχλητικό άτομο


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

pain < pan < λατινική panis

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
pain pains

pain  (fr) αρσενικό

  1. το ψωμί
  2. (Γαλλία) είδος μπαγκέτας 400 γραμμαρίων
  3. (κατ' επέκταση) κάθε τι που έχει μορφή ψωμιού
  4. (οικείο) η γροθιά
  5. (αργκό) (μουσική) λάθος νότα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Ομώνυμα

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/pain"