pain

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

pain  (en)

  1. ο πόνος
  2. ένα ενοχλητικό άτομο ή πράγμα
    I had to get up early today to make it in time for the meeting, what a pain!



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

pain < pan < λατινική panis

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
pain pains

pain  (fr) αρσενικό

  1. το ψωμί
  2. (Γαλλία) είδος μπαγκέτας 400 γραμμαρίων
  3. (κατ' επέκταση) κάθε τι που έχει μορφή ψωμιού
  4. (οικείο) η γροθιά
  5. (αργκό) (μουσική) λάθος νότα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Ομώνυμα



[] Αρχαία γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

pain  (fro) και pan αρσενικό

  1. το ψωμί

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες