[
]
δάχτυλα που
αγγίζουν την επιφάνεια του νερού
- αγγίζω < εγγίζω < εγγύς
- ΔΦΑ : /a.ˈɟi.zɔ/
αγγίζω και εγγίζω , παρατ.: άγγιζα, στιγμ. μέλλ.: θα αγγίξω, αόρ.: άγγιξα , παθ.φωνή: αγγίζομαι , μτχ.π.π.: αγγιγμένος
- ακουμπώ κάτι με την άκρη των δαχτύλων μου, πολύ απαλά
- Απαγορεύεται να αγγίζετε τα εκθέματα του μουσείου
- ασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω
- (μεταφορικά) πειράζω κάποιον, τον προκαλώ φιλικά
[
]
Συγγενικές λέξεις
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
αγγίξει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
αγγίζοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
αγγίζω |
αγγίζεις |
αγγίζει |
αγγίζουμε |
αγγίζετε |
αγγίζουν |
| παρατατικός |
άγγιζα |
άγγιζες |
άγγιζε |
αγγίζαμε |
αγγίζατε |
άγγιζαν |
| αόριστος |
άγγιξα |
άγγιξες |
άγγιξε |
αγγίξαμε |
αγγίξατε |
άγγιξαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα αγγίζω |
θα αγγίζεις |
θα αγγίζει |
θα αγγίζουμε |
θα αγγίζετε |
θα αγγίζουν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα αγγίξω |
θα αγγίξεις |
θα αγγίξει |
θα αγγίξουμε |
θα αγγίξετε |
θα αγγίξουν |
| παρακείμενος α' |
έχω αγγίξει |
έχεις αγγίξει |
έχει αγγίξει |
έχουμε αγγίξει |
έχετε αγγίξει |
έχουν αγγίξει |
| παρακείμενος β' |
έχω αγγιγμένο |
έχεις αγγιγμένο |
έχει αγγιγμένο |
έχο(υ)με αγγιγμένο |
έχετε αγγιγμένο |
έχουν(ε) αγγιγμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα αγγίξει |
είχες αγγίξει |
είχε αγγίξει |
είχαμε αγγίξει |
είχατε αγγίξει |
είχαν αγγίξει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα αγγιγμένο |
είχες αγγιγμένο |
είχε αγγιγμένο |
είχαμε αγγιγμένο |
είχατε αγγιγμένο |
είχαν(ε) αγγιγμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω αγγίξει |
θα έχεις αγγίξει |
θα έχει αγγίξει |
θα έχουμε αγγίξει |
θα έχετε αγγίξει |
θα έχουν αγγίξει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω αγγιγμένο |
θα έχεις αγγιγμένο |
θα έχει αγγιγμένο |
θα έχο(υ)με αγγιγμένο |
θα έχετε αγγιγμένο |
θα έχουν(ε) αγγιγμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να αγγίζω |
να αγγίζεις |
να αγγίζει |
να αγγίζουμε |
να αγγίζετε |
να αγγίζουν |
| αόριστος |
να αγγίξω |
να αγγίξεις |
να αγγίξει |
να αγγίξουμε |
να αγγίξετε |
να αγγίξουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω αγγίξει |
να έχεις αγγίξει |
να έχει αγγίξει |
να έχουμε αγγίξει |
να έχετε αγγίξει |
να έχουν αγγίξει |
| παρακείμενος β' |
να έχω αγγιγμένο |
να έχεις αγγιγμένο |
να έχει αγγιγμένο |
να έχο(υ)με αγγιγμένο |
να έχετε αγγιγμένο |
να έχουν(ε) αγγιγμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
άγγιζε |
|
|
αγγίζετε |
|
| αόριστος |
|
άγγιξε |
|
|
αγγίξτε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε αγγιγμένο |
|
|
έχετε αγγιγμένο |
|
|