αμφιβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφιβάλλω < αρχαία ελληνική ἀμφιβάλλω< αμφί + βάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αμφιβάλλω, παρατ.: αμφέβαλλα, στιγμ. μέλλ.: θα αμφιβάλω, αόρ.: αμφέβαλα

  1. (+ για + αιτιατική) διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι πρέπον, ορθό ή καλό κ.λ.π

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]