ανανεώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανανεώνω < αρχαία ελληνική ἀνανεόω-ἀνανεῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανανεώνω (παθητικό: ανανεώνομαι)

  1. κάνω κάτι πιο νέο, πιο φρέσκο, πιο ζωηρό, πιο ακμαίο, πιο μοντέρνο
  2. ανανεώνω τη ντουλάπα μου με πιο μοντέρνα ρούχα
    ανανεώνω το γάμο μου με λίγες μέρες διακοπές χωρίς τα παιδιά
  3. δίνω παράταση σε συμβόλαιο
    ανανεώνω το μισθωτήριο
  4. .........


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]