αντίο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Επιφώνημα [
]
αντίο άκλιτο
- αποχαιρετιστήρια προσφώνηση που λέγεται όταν κάποιος φεύγει
- αντίο, θα συναντηθούμε σύντομα
- (μεταφορικά) λέγεται για κάτι που τελειώνει
- από αύριο, αντίο διακοπές!
Ουσιαστικό [
]
αντίο ουδέτερο άκλιτο
- δεν υπάρχει αντίο για εμάς
Εκφράσεις [
]
- το τελευταίο αντίο: ο ύστατος χαιρετισμός σε νεκρό που εκφράζεται, συνήθως, με παρουσία στην κηδεία του
- πλήθος κόσμου ήλθε να πει το τελευταίο αντίο στον ποιητή