βασίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βασίζω < βάση + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

βασίζω, παρατ.: βάσιζα, στιγμ. μέλλ.: θα βασίσω, αόρ.: βάσισα , παθ.φωνή: βασίζομαι , μτχ.π.π.: βασισμένος

  1. χρησιμοποιώ κάτι ως βάση, αφετηρία ή στήριγμα για περαιτέρω ενέργειες
    ο συνήγορος έχει βασίσει όλη την υπεράσπιση πάνω στη μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα


Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]