βόρεια
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
βόρεια
- θηλυκό του βόρειος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
- ουδέτερο του βόρειος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού