διέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διέπω < αρχαία ελληνική διέπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διέπω, παθ. φωνή: διέπομαι

  1. ρυθμίζω, κανονίζω, καθορίζω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. διέπω διείπα θα διέπω να διέπω διέποντας
β' ενικ. διέπεις διείπες θα διέπεις να διέπεις
γ' ενικ. διέπει διείπε θα διέπει να διέπει
α' πληθ. διέπουμε διείπαμε θα διέπουμε να διέπουμε
β' πληθ. διέπετε διείπατε θα διέπετε να διέπετε διέπετε
γ' πληθ. διέπουν διείπαν
διέπανε
θα διέπουν να διέπουν

Σημείωση: Εύχρηστο είναι κυρίως το γ΄ πρόσωπο.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]