διευκολύνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- διευκολύνω < διά + ευκολύνω (μεταφραστικό δάνειο από την faciliter)
Ρήμα [
]
διευκολύνω
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
διευκολύνω