εγκρίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
εγκρίνω, παρατ.: ενέκρινα, στιγμ. μέλλ.: θα εγκρίνω, αόρ.: ενέκρινα , παθ.φωνή: εγκρίνομαι , μτχ.π.π.: εγκεκριμένος
- δηλώνω επίσημα ή ανεπίσημα, προφορικά ή γραπτά, ότι αποδέχομαι και συμφωνώ με τις ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία μου και αυτή μου η δήλωση μπορεί να έχει νομικά ή ηθικά αποτελέσματα
- οι γονείς δεν εγκρίνουν το γάμο της κόρης τους με αυτόν τον περίεργο τύπο
- φοβάμαι ότι η τράπεζα δεν θα μου εγκρίνει το δάνειο