εγκρίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εγκρίνω < εν- + κρίνω

[] Open book 01.svg Ρήμα

εγκρίνω, παρατ.: ενέκρινα, στιγμ. μέλλ.: θα εγκρίνω, αόρ.: ενέκρινα , παθ.φωνή: εγκρίνομαι , μτχ.π.π.: εγκεκριμένος

  1. δηλώνω επίσημα ή ανεπίσημα, προφορικά ή γραπτά, ότι αποδέχομαι και συμφωνώ με τις ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία μου και αυτή μου η δήλωση μπορεί να έχει νομικά ή ηθικά αποτελέσματα
    οι γονείς δεν εγκρίνουν το γάμο της κόρης τους με αυτόν τον περίεργο τύπο
    φοβάμαι ότι η τράπεζα δεν θα μου εγκρίνει το δάνειο

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες