ζυγίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ζυγίζω < μεσαιωνική ελληνική ζυγίζω < αρχαία ελληνική ζυγός + ίζω
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
ζυγίζω
- (αμετάβατο) έχω συνολικό βάρος, σύμφωνα με κάποια μονάδα μέτρησης
- πόσα κιλά ζυγίζεις;
- μετράω το βάρος κάποιου πράγματος με ζυγαριά
- πρέπει να ζυγίσεις τα φρούτα για να υπολογίσεις την αξία τους και να τα πληρώσεις
- (μεταφορικά) εκτιμώ την ηθική αξία πράγματος
- δεν μου αρέσει ο νέος φίλος σου· τον ζύγισα με το μάτι ότι είναι παλιοχαρακτήρας
- υπολογίζω τις θετικές και τις αρνητικές συνέπειες μιας ενέργειας, λόγου, κατάστασης κ.λπ.
- ζυγίζει τα λόγια του πολύ προσεκτικά
- τοποθετώ σε ζυγούς, στην ίδια οριζόντια ευθεία, ευθυγραμμίζω
- θα ζυγίσομε προσεκτικά τα σημεία όπου θα φυτευτούν τα φυτά
- (ναυτικός όρος) κάνω να συμπέσει ο διαμήκης άξονας του πλοίου με τον άξονα του στενού ή της διώρυγας που πρόκειται να διαπλεύσει