ζυμαρικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[]

ζυμαρικά ουδέτερο

  1. ζυμαρικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
  2. ειδική κατηγορία τροφίμων στην οποία περιλαμβάνονται μακαρόνια, χυλοπίτες κ.ά., διακρίνονται σε κοντά, μακριά και γεμιστά