καταφεύγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταφεύγω < αρχαία ελληνική καταφεύγω < κατά + φεύγω

Open book 01.svg Ρήμα[]

καταφεύγω

  1. βρίσκω καταφύγιο
  2. επιλέγω να κάνω κάτι αναγκαστικά, αν και δεν μου είναι απόλυτα αρεστό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]