κοροϊδεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κοροϊδεύω < κορόιδο
Ρήμα [
]
κοροϊδεύω
- αναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου
- αναφέρομαι με ασεβή ή ανάρμοστο τρόπο σε κάτι
- εξαπατώ κάποιον, τον ξεγελώ
[
]
Μεταφράσεις [
]
χλευάζω ή ειρωνεύομαι
|
εξαπατώ
|