κοροϊδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κοροϊδεύω < κορόιδο

[] Open book 01.svg Ρήμα

κοροϊδεύω

  1. αναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου
    • αναφέρομαι με ασεβή ή ανάρμοστο τρόπο σε κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: περιγελώ, ειρωνεύομαι, εμπαίζω, αναμπαίζω
  2. εξαπατώ κάποιον, τον ξεγελώ

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες