κούφιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κούφιος < αρχαία ελληνική κοῦφος (από τη μεταφορική του σημασία)

Open book 01.svg Επίθετο[]

κούφιος

  1. που είναι άδειος στο εσωτερικό του ενώ κανονικά είναι συμπαγής
  2. (κατ’ επέκταση) που έχει χαλάσει το εσωτερικό του
  3. (κατ’ επέκταση), (μεταφορικά) που θεωρείται ότι έχει κούφιο κεφάλι, ότι δεν έχει μυαλό, ρηχός, ελαφρός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]