μετατρέπω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μετατρέπω < αρχαία ελληνική μετατρέπω < μετα- + τρέπω
Ρήμα [
]
μετατρέπω
- αλλάζω κάτι σε κάτι άλλο