μούσες
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Λατινικά Musa
Κλιτή μορφή ουσιαστικού
μούσες θηλυκό
- μούσα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
Λατινικά Musa
μούσες θηλυκό