ξαφνιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ξαφνιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
ξαφνιάζω
- προκαλώ τρόμο σε κάποιον κατά απροσδόκητο τρόπο
- εκπλήσσω κάποιον
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ξαφνιάζω
|