ξεχειλίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξεχειλίζω < ξέχειλος + -ίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ksɛ.çi.ˈli.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

ξεχειλίζω, παρατ.: ξεχείλιζα, στιγμ. μέλλ.: θα ξεχειλίσω, αόρ.: ξεχείλισα , μτχ.π.π.: ξεχειλισμένος

  1. για υγρό που υπερβαίνει το στόμιο του δοχείου και τείνει να χυθεί προς τα έξω
  2. για δοχείο που είναι υπερπλήρες από κάποιο υγρό
  3. (μεταβατικό) γεμίζω μέχρι επάνω ένα δοχείο, ώστε το υγρό να αρχίσει να χύνεται
  4. (μεταφορικά) για κάποιον ή κάτι που είναι υπερπλήρης από ένα συναίσθημα, διάθεση, χάρισμα κ.λπ


Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]