οικτίρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οικτίρω < οἰκτείρω στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική οἰκτίρω και οἰκτείρω

Open book 01.svg Ρήμα[]

οικτίρω (και οικτείρω σε παλιότερες γραφές που μεταφέρθηκαν στο μοτοτονικό)

  1. λυπάμαι κάποιον, αισθάνομαι οίκτο
    Σκότωσέ με, έκραξεν ο Μάχτος· τούτο θα είνε το καλλίτερον. — Φεύγ' απ' εδώ, τω έκραξεν οικτείρας αυτόν ο φρουρός. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Η Γυφτοπούλα")
  2. αισθάνομαι λύπη ανάμικτη με περιφρόνηση, με κυρίαρχη τη δεύτερη, θεωρώ κάποιος αξιολύπητο, ότι "είναι για λύπηση", αλλά και άξιος της κατάστασής του
    ....ενώ όταν ακούω άλλα θέματα συζητήσης, που είναι και συνήθη σε εσάς τους πλούσιους και όσους καταγίνονται με τα χρηματικά, και εγώ στενοχωριέμαι και σας τους φίλους μου οικτείρω, γιατί νομίζετε ότι κάτι κάνετε χωρίς να κάνετε τίποτε (Πλάτων, Συμπόσιο)
  3. περιφρονώ, θεωρώ κάτι άτοπο και κακό, το/τον στιγματίζω
    Ο Αλογοσκούφης οικτίρει τον λαϊκισμό και εμμένει στην πολιτική του (εφημ. "Το Βήμα", 1/8/2010)
  4. μέσο (οικτίρομαι, με οικτίρουν και αυτοπαθές αυτοοικτίρομαι) νιώθουν για εμένα λύπησης ως προς κατώτερο ή και περιφρόνηση
    Την ίδια βέβαια ώρα οι πλείστοι των Ελλήνων οικτίρονται για την κακοποίηση της ελπίδας του έθνους μας (εφημ. "Παρόν", 14/12/2008)


Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέση-Παθητική Φωνή
Ενεστώτας οικτίρω,εις,ει, οικτίρουμε,ετε,ουν οικτίρομαι, με οικτίρουν (και αυτοοικτίρομαι)
Παρατατικός οίκτιρα (και περιφρ. π.χ. ένιωθα οικτιρμό) με οίκτιραν, με οικτίρανε
Μέλλοντας θα οικτίρω θα οικτίρομαι
Αόριστος οίκτιρα με οίκτιραν, με οικτίρανε
Παρακείμενος έχω οικτίρει με έχουν οικτίρει
Μετοχή οικτίρωντας (παλιότερες "οικτίρων", "οικτίρας", "οικτιρόμενος")


32πχ Μεταφράσεις[]