στιγματίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- στιγματίζω < στίζω
Ρήμα [
]
στιγματίζω
- προκαλώ στίγματα σε κάποιον / κάτι
- Οι Ναζί στιγμάτιζαν με κωδικούς τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
- αποδοκιμάζω έντονα, επικρίνω κάποιον / κάτι
- Στιγματίζουμε την επιπολαιότητα των άλλων.
- Ο άνθρωπος αυτός έχει στιγματίσει την εξέλιξη των πραγμάτων.
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
στιγματίζω