παρεμπιπτόντως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρεμπιπτόντως < αρχαία ελληνική παρεμπίπτων + -ως, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρεμπίπτω (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά) incidemment)
Λέξη που πρωτοαπαντά στους Ελληνικούς Κώδικες το 1894 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Β, σελ. 782)

Open book 01.svg Επίρρημα[]

παρεμπιπτόντως

  1. κατά παρέμβαση στο κυρίως θέμα, σαν σε παρένθεση, εκτός θέματος, συμπτωματικά, παρενθετικά, όχι προγραμματισμένα, τυχαία
    Το 1886, έχοντας διακινδυνεύσει τρία πλοία διάσωσης με όλο τους το πλήρωμα, εκατοντάδες νέοι εθελοντές ήρθαν να εγγραφούν, να οργανωθούν σε τοπικές ομάδες και αυτό το ξεσήκωμα είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή μιας εικοσάδας επιπλέον πλοίων. Σημειώνουμε παρεμπιπτόντως ότι η Ένωση στέλνει κάθε χρόνο στους ψαράδες και στους ναυτικούς εξαιρετικής ποιότητας βαρόμετρα σε τιμή τρεις φορές χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία. Διαδίδει την μετεωρολογική γνώση και κρατάει τους ενδιαφερόμενους ενήμερους για τις ξαφνικές μεταβολές που προβλέπουν οι σοφοί. (*)
  2. κάτι που προκείπτει με την ευκαιρία, λόγω περίστασης, περιστασιακά
    ο έλεγχος της συνταγματικότητας είναι διάχυτος, γιατί έχουν τη δυνατότητα να τον ασκήσουν όλα τα δικαστήρια και εμφανίζεται παρεμπιπτόντως, διότι ασκείται με την ευκαιρία της εν λόγω δίκης και κατ' ένσταση αυτής μιάς και δεν αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας γενικά, αλλά για την εν λόγω περίπτωση

32πχ Μεταφράσεις[]