ρέστα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
ρέστα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό
- τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύτερης αξίας από αυτήν του προϊόντος που αγοράζει
- τα υπόλοιπα, τα λοιπά
- δε μ' αρέσουν οι πόζες, οι τσιριμόνιες και τα ρέστα
- (χαρτοπαίγνια) όλα τα χρήματα που μου έχουν απομείνει
[
] Εκφράσεις
- ζητάει και τα ρέστα: για κάποιον που, ενώ φταίει, όχι μόνο δεν παραδέχεται το φταίξιμό του αλλά κατηγορεί επιπλέον τους άλλους
- δίνω τα ρέστα μου: εντυπωσιάζω τους άλλους με τις ικανότητες ή την επιδεξιότητά μου ή σε κάτι
[
]
Μεταφράσεις
χρηματική διαφορά σε συναλλαγή
χαρτοπιακτικός όρος
υπόλοιπα
|
→ δείτε τη λέξη: υπόλοιπο |
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: