σιγοβράζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρήμα [
]
σιγοβράζω
- (για φαγητό) βράζω σε χαμηλή φωτιά
- (μεταφορικά) διακατέχομαι από θυμό αλλά δεν ξεσπάω φανερά
- (μεταφορικά) για εξέλιξη που προς το παρόν δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, δεν αποκλείεται όμως να οδηγήσει σε ένα ξέσπασμα, έκρηξη