σιγοβράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σιγοβράζω < σιγά + βράζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

σιγοβράζω

  1. (για φαγητό) βράζω σε χαμηλή φωτιά
  2. (μεταφορικά) διακατέχομαι από θυμό αλλά δεν ξεσπάω φανερά
  3. (μεταφορικά) για εξέλιξη που προς το παρόν δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, δεν αποκλείεται όμως να οδηγήσει σε ένα ξέσπασμα, έκρηξη


Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]